αἰνικτήρ

αἰνικ-τήρ, ῆρος, ,
A one who speaks darkly,

αἰ. θεσφάτων S.Fr. 771

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αινικτήρ — αἰνικτὴρ ( ῆρος), ο (Α) [αἰνίσσομαι] αυτός που μιλά σκοτεινά, αινιγματικά …   Dictionary of Greek

  • αἰνικτῆρα — αἰνικτήρ one who speaks darkly masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αινίσσομαι — αἰνίσσομαι και αττ. αἰνίττομαι (Α) 1. μιλώ με γρίφους, αινιγματικά 2. υπαινίσσομαι, υπονοώ, υποδηλώνω 3. εικάζω, υποθέτω, σχηματίζω στον νου μου την εικόνα ενός πράγματος 4. (με παθ. σημ.) δηλώνομαι με ασάφεια, σκοτεινά 5. φρ. «αἰνίσσομαι εἴς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.